«Τα χελιδόνια της Καμπούλ»*

Πύκνωσε και θέριεψε η αγριάδα
δρόμο στην βαρβαρότητα άνοιξε.
Το χρώμα του ουρανού θα κλέψει
υφασμάτινα δεσμά να πλέξει.
Απ’ έξω το μπλε του ουρανού,
μέσα πηχτό σκοτάδι.
Δύο μάτια μοναχά, κρυφά κοιτούν,
Πάλλονται απαλά…
και το άμορφο,
σχήμα αποκτά.
Τα καλύμματα διαπερά,
σαν χελιδόνι,
“ελεύθερα” πετά!
Με βλέμμα ανέσπερο,
παρακολουθεί….
Στα είδωλα του εαυτού του,
τον ήχο της ζωής,
αναζητεί…
Κι ο διαβάτης απ’ τη Δύση,
ένοχα συνειδητοποιεί,
πως…Εκεί! Κάπου στην Καμπούλ,
χιλιάδες χελιδόνια δακρύζουν
μέσα απ’ το μπλε του ουρανού.

*Εμπνευσμένο από το ομώνυμο βιβλίο του Αλγερινού συγγραφέα Γιασμίνα Χάντρα και την αντίστοιχη ταινία “animation” (2019).

Επιστροφή στην αρχή

Άλμα Αθανασίας

Βήμα εύψυχο την γη δονεί.
Δυνάμεις ενεργοποιεί.
Τραγωδία και οδύνη…
Τελευταίος ασπασμός της μάνας.
Ολοκαύτωμα Ψυχής τελείται!
-«Έχε γειά καημένε κόσμε»
Βήμα βήμα,
δίχως να ‘ναι μοναχές…
Πιασμένες στο χορό όλες!
Όσες πέρασαν και όσες θα ρθουν…
Μεγάλωσε ο κύκλος!
Πόντιες, Σουλιώτισσες, Ναουσαίες,
Βλάχες, Χιώτισσες και άλλες…*
Μάνες, γυναίκες,
την συνέχεια δεικνύουν.
Πρώτη το χορό, σέρνει η Ελευθερία,
την ψυχή οδηγεί…
Παρούσα και η Ιστορία,
με χείλη σμιγμένα μη δακρύσει,
υποκλίνεται βαθιά,
και το άλμα της Ψυχής καταγράφει.
Άλμα Αθανασίας!

*«Κizlar Kaitesi» Πόντος (1680), Ζάλογγος (18 Δεκεμβρίου 1803), Σέλτσο (21 Απρίλη 1804), Μελανιός Χίου (30 Μαρτίου 1822), Αράπιτσα,Ηρωική Πόλη της Νάουσας (22 Απριλίου 1822), Γαλακτός Πιερίων (15 Μαρτίου 1878)…

Επιστροφή στην αρχή

Κ

Η σιωπή ηχούσε δυνατά.
Εντός της ερωτήματα ανήσυχα,
της Λάχεσης τα μυστικά.
Εαυτέ ποιο δρόμο θε να πάρω;
Φωνή καθάρια δόνησε το νήμα.
«Εμπρός προχώρει, μη φοβού!»
Ακλόνητος εσύ, το πρώτο βήμα έκανες,
κι ύστερα κι άλλο…κι άλλο.
Πίσω δεν ξανακοίταξες.
Την πίστη, πράξη κατέστησες,
την πράξη, παράδειγμα οδηγό.
Σε αυτοκράτορες και βασιλιάδες,
υπουργούς και ισχυρούς, εσύ ξεχώρισες.
Ταπεινά και σιγανά όμως προχωρούσες.
Μια στιγμή μονάχα θα σταθείς,
της γλυκιάς Λωξάνδρας τη ματιά,
για ν’ αντικρύσεις.
Το θυελλώδες των καιρών όμως,
έρωτες δε λογά…
Το κάλεσμα της Πατρίδας πάνω απ’ όλα!
Τον ψίθυρό Της αναγνώριζες,
ως άλλη Μάνα, εσέ να ετοιμάζει.
Ασήμωσε η κεφαλή στης εμπειρίας τα πεδία,
Περνούσαν οι εποχές,
γοργοδρομούσε ο χρόνος.
Ώσπου, πύρωσε το μέταλλο
και ρομφαία εσχηματίσθη!
Από της μάχης τον αχό,
το όνομά σου εκλήθη.
Παρών εσύ!
Το νήμα της μοίρας πάλι,
καρτερικά ακολουθείς.
Άλλο λίγο…το χρέος να πληρώσεις.
Καμπάνες λευτεριάς ήχησαν στον ερχομό σου.
«Αν ο Θεός μεθ’ ημών ουδείς καθ’ ημών» αναφώνησες.
Τον ουράνιο σταυρό εσήκωσες,
του γένους τα στραβά υπέμεινες.
Όμως, το ξένο χάδι, τα πάθη εθέριεψε.
Το φιλί της λησμονιάς,
πολλοί βιάστηκαν να δώσουν.
Επύκνωσε η άρνηση και γέννησε,
στοιχειά και Ροβεσπιέρους,
με βίαιο λόγο,  χέρια αδελφικά,
βάλθηκαν να οπλίσουν,
της πολιτείας το δέντρο να πριονίσουν…
Μα εσύ βήμα-βήμα,
όπως και τότε…μέχρι τέλους.
Ώσπου, μπρος της εκκλησιάς την πύλη,
τον Χάρο αντίκρισες στο τελευταίο βήμα.
Δεν εφοβήθεις, μήτε εδίστασες…
«Ας είναι, το χρέος μου το έκαμνα», ψιθύρισες.
Και μεσ’ των ματιών σου τον καθρέπτη,
ο Χάρος μια αντανάκλαση ακόμα ενθυμείται.
Την Ελλάδα γονατιστή, με μάτια βουρκωμένα
και χέρια απλωμένα, με τρόπο μυστήριο…
Απ’ τη μία εσέ να αγκαλιάζουν όπως πέφτεις
κι απ’ την άλλη ωσάν κραυγή ενός γιατί…
Γιατί τον αδελφό άνθρωπο σκοτώνεις;

Επιστροφή στην αρχή

Ταξίδι επιστροφής

Κουράστηκε ο Διογένης,
τον Άνθρωπο να ψάχνει!
Στα μάτια του, ο κόσμος μάταιος.
Από μια κλωστή κρέμεται, ταλαντεύεται.
Χάνει το σημείο ισορροπίας…

Σιμά κι ο χρόνος, ο σκληρός
τον νου μας διαφεντεύει,
Ψεύτικο είδωλο στήνει,
την απειρότητα της πορείας να κρύψει,
στάσιμα όλα να φαντάζουν…

Το είδωλο θωρεί ο άνθρωπος,
ακίνητος, με βλέμμα μαγεμένο
απ’ την δική του αντανάκλαση.
Αδύναμος να αντιληφθεί,
τι τον πλησιάζει…

Είναι η βαρβαρότητα,
με χιλιάδες προσωπεία…
Με τον μανδύα της αδράνειας,
ενδύει αυτόν.
Σκλάβο του εαυτού του καθιστά…

Έτοιμος πλέον είναι,
στον λαβύρινθο της ματαιότητας να εισέλθει,
τον Μινώταυρο να συναντήσει!
Θυσία στο ανθρωπόμορφο τέρας,
που ο ίδιος γέννησε…

Κι όμως ο μίτος υπάρχει,
Ψηφίδες στην διαδρομή της ιστορίας
μαρτυρούν, διδάσκουν,
το είδωλο κατακρημνίζουν
το άπειρο της κίνησης φαίνουν…

Το λυχνάρι του Διογένη,
καλούν να παραλάβεις,
τον Άνθρωπο να ψάξεις!
Εντός σου είναι!
Στο σπήλαιο της ψυχής σου,
Εκεί θα Τον εβρείς.

Ταξίδι επιστροφής!
Κόντρα στον άνεμο της βαρβαρότητας,
με νήμα την Αγάπη,
την έξοδο να βρεις.

Επιστροφή στην αρχή

Ο Άγνωστος στρατιώτης

Ο Φόβος υψώνει την τρομερή θωριά του.
Αλύσων δεσμά πλέκει,
ως άλλον Προμηθέα,
την καρδιά τού αγωνιστή να περιδέσει.

Κι αυτή βαρύθυμα ανασαίνει…
Ακόμα ζωντανή όμως, ηχεί.
Μες τον αχό του κτύπου της ,
μία μελωδία απαλή,
έστω και δειλά, διακρίνεις
τον Εαυτό συνεχώς να ωθεί, να ανυψώνει…

Μάχου! Μάχου!
Ως αρχέγονο τύμπανο, προστάζει!
Κι η Ζωή παλμό ανακτά, δονείται
ενωμένη μετά της αγάπης , καλεί!
Κι η πνευματοψυχή ακολουθεί.

Μεγαλύνεται, διευρύνεται,
ρήγμα στα ασύντριπτα δεσμά επιφέρει.
Με τον Εαυτό ενώνεται,
θείο πυρ γίνεται, μετουσιώνεται.

Bλέμμα σπινθηροβόλο αστράφτει.
Το ορατό φάσμα διαπερνά,
και για πρώτη φορά ορά.
Δε φοβάται πλέον!

Ο αθέατος κόσμος ζωντανεύει,
άυλες μορφές σχηματίζονται…
Ανάμεσα τους, μία ξεχωρίζει.
Το γέννημα του Ερέβους και της Νυκτός,
στέκει σιωπηλό, αναμένει…

Το αιώνιο καθήκον να τελέσει.
Όταν το βλέμμα του,
αντικρίζει την καθαρή ματιά,
με χαμόγελο να τον θωρεί,
σαν να τον καλωσορίζει…

Εκεί, στην «κόψη του σπαθιού την τρομερή¹»,
ο χρόνος διαστέλλεται,
κι ο βασιλιάς των νεκρών απορεί…
Ποιος είναι τούτος ο αγωνιστής,
τι είναι αυτό που τον κινεί;

Η απάντηση δεν αργεί…
Με βροντερή φωνή ο μαχητής αποκρίνεται.
-Άγνωστος! Αγάπη, ο οδηγός μου!

Κοντοστέκει ο Θάνατος,
του άχρονου χρέους μήπως και ξεφύγει,
μπρος στο ύψος της πράξης,
βαριά η πανοπλία του.
Ζήλεια και θαυμασμός συνάμα.

Χαμογελά κι αυτός…
Αναγνωρίζει και αναγνωρίζεται,
την κεφαλή του κλίνει,
με σεβασμό, το ένδυμά του προσφέρει,
το πέρασμα στην αθανασία να σημάνει…

Ο άγνωστος στρατιώτης παραλαμβάνει,
το τελευταίο βήμα της θυσίας τελεί…
Βήμα ελεύθερο, εύψυχο,
κυματισμούς στο άχρονο διαχέει.

Χέρια γλυπτών σαν χάδι απαλό αγγίζει,
μαρμάρινο άγαλμα να αποκαλύψει.
Πένες ποιητών με έμπνευση ποτίζει,
το πέρασμα να υμνήσουν…
Της «καρδιάς το πύρωμα²» μη σβήσει!

(¹Διονύσιος Σολωμός – “Ύμνος εις την ελευθερία”)
(²Κωστής Παλαμάς – “Στ’ άρματα”)

Επιστροφή στην αρχή

Αλκυονίδα στον ορίζοντα…

Έλξη και ώθηση σε μια μελωδία!
Κινούν, ανυψώνουν,
τον Εαυτό αναζητούν…
Κάτι λησμονημένο.

Μια φωνή, έναν ψίθυρο…
Αυτό που τα μάτια δεν βλέπουν
και τα αυτιά δεν ακούν.
Αυτό που μόνο η καρδιά αναγνωρίζει!

Άχρονη η κίνηση!
Αόρατη βαρύτητα την ελεύθερη βούληση καμπυλώνει,
ώσπου η κίνηση την τροχιά στ’ άπειρο συναντά.
Είναι ο προορισμός που σε καλεί!
Δονεί το είναι σου, αφυπνίζει τον Εαυτό σου.

Ξάφνου, αλκυονίδα στον ορίζοντα προβάλει.
Η μελωδία συναντά την αρμονία,
επέρχεται ισορροπία στο αόρατο σχοινί της αθανασίας!
Την τροχιά σου πλέον οδηγεί η μία Ελευθερία…

Ακολούθη την μελωδία,  μη φοβού!
Είναι ο ήχος της Ζωής που ενοικεί στην καρδιά σου…
Είναι ο παλμός Της και η ζώσα παρουσία Της!
Μη φοβού, γιατί η Αγάπη φόβο δεν γνωρίζει.

Η  Αγάπη την μια τροχιά φωτίζει,
το πέρασμα στο άπειρο καταδεικνύει,
την κίνηση στο άχωρο ορίζει,
το άκουσμα στο άχρονο συνθέτει…

Αφέσου στον ήχο Της,
ακoλούθα τα βήματά Της…
Και τότε θα δεις…
ότι τα πόδια σου πλέον δεν πατούν,
ο νόμος της βαρύτητας παύει να υφίσταται…

Χορεύεις την άηχη μελωδία!

στον ήχο της σιωπής,
στο εδώ και το τώρα,
στο πριν και το μετά…

Ανυψώνεσαι!
Εν καθίστασαι!

Επιστροφή στην αρχή

Το βότσαλο

Στα χέρια μου τώρα σε κρατώ,
παρακολουθώ…

Γεωμετρικά σχέδια ξετυλίγονται,
σημεία στίξης ενός χαμένου ποιήματος,
ντυμένα στα χρώματα της γης.
Χαρακιές κι εξογκώματα διαγράφονται,
χάρτης ενός χαμένου θησαυρού,
μιας μακράς διαδρομής.

Στις λεπτομέρειες,
την ιστορία σου αναζητώ.
Αναρωτιέμαι…

Πώς βρέθηκες εδώ;
Ποιον βράχο άφησες,
ταξίδι για να αρχίσεις;
Ποια ήταν η μορφή σου;
Ποιο μέρος μακρινό;
Της δημιουργίας μυστικό.

Την ηχώ του χρόνου,
στα χέρια μου κρατώ…
Μια σκόνη, έναν γαλαξία,
την γη, τον βράχο,
το βότσαλο, σκόνη πάλι…

Μία στιγμή!
Κι όλα μαζί,
ταυτόχρονα
στου άπειρου το άχρονο…

Σέ κοιτώ,
και βλέπω εμένα…
Άραγε θυμάσαι την αρχή;
Το τέλος το γνωρίζεις;

Στης λήθης το νερό,
όσο κι αν σε πετώ,
Συ, πάλι στο χέρι μου,
να σε κοιτώ,
όπως η σκόνη το βότσαλο,
το βότσαλο το βράχο, την γη, το όλον.

Επιστροφή στην αρχή

Βασιλείς του ψεύδους

Απλώνει μια σκιά,
δομές σχηματίζονται…
Αυτοκρατορίες στήνονται,
Κράτη ισχυρά-ανίσχυρα,
συμφέροντα κυνηγούν
μην χάσουν…
Θα προφτάσουν;
Μέσ’ στη σαγήνη της,
χαμένοι ήταν, είναι…

Από κοντά, κι οι ορθολογιστές,
κάθε λογής διανοητές
Του νου πραματευτές,
της γνώσης γυρολόγοι
νοούν, κατανοούν,
αυτοί γνωρίζουν…
Την έπαρση γλυκοκοιτούν,
Παρανοούν!
Ιδεολογίες γεννούν,
Κατεστημένα στήνουν.
Σκέψεις ανθρώπων σε κελιά,
τη φυλακή του νου να ορίζουν…

Άνθρωποι μικροί-μεγάλοι
ακολουθούν,
Νομίζουν ότι υπηρετούν…
Το δίκαιο, το ορθό!
φανατισμό σκορπούν…
Νομίζουν όλοι ότι νικούν!
Αδυνατούν να δουν το όλον…

Άτομο του συν-παντός,
ο κόσμος τούτος.
Κι όμως αρκεί,
στ’ απειροελάχιστο του απείρου,
κυρίαρχοι να γίνουν;
Τρανοί να νιώσουν, οι μικροί;
Τολμηροί, οι άτολμοι,
το άχρονο στο άχωρο να χωρέσουν;
Στη σκιά της απάτης,
και της αυταπάτης,
ως Βασιλείς του ψεύδους
στέκουν…
Της κίνησης αρνητές,
Της Ελευθερίας δυνάστες!

Επιστροφή στην αρχή

Ο Κήπος των Ηρώων…

Ησυχία διάχυτη, απλωμένη σαν μεταξένιο πέπλο, καλύπτει τα πάντα…

Παρακολουθώ… Τα κύματα του ήχου πλησιάζοντας σωπαίνουν σε ένδειξη σεβασμού, μην τυχόν διαταράξουν την ενεργειακή ηχώ της ιερής σιωπής του κήπου.

Με την ώρα το πνεύμα γαληνεύει, ο νους ησυχάζει και η ψυχή αγαλλιάζει από την ευωδία. Είναι το άρωμα των γύρω δαφνών που φύτρωσαν, για να στεφανώσουν τους ολυμπιονίκες της ελευθερίας… Το χώμα αγιασμένο από το αίμα της αυτοθυσίας, ως μύρο, φυλάττει το μυστικό του αρώματός τους…

Μία μέθη ευλαβική, υπερκόσμια σε κατακλύζει, το κορμί σου μουδιάζει, το βλέμμα σου φεύγει, διαπερά την ύλη… Μη φοβηθείς, είναι το ” γλυκόπιοτο κρασί του 21’¹ “, αθάνατο ρέει στις φλέβες σου κι ετούτο εδώ το αλωνάκι ενεργοποίησε τις μνήμες…

Μη φοβάσαι…

Αφέσου ελεύθερος, πέρα από το χρόνο και τα δεσμά της λογικής, και τότε μπορείς να ταξιδέψεις στο άχρονο, στο άπειρο της ύπαρξης σου. Αρχίζεις να διακρίνεις εικόνες και ήχους μιας άλλης εποχής…

Μια φουστανέλα ανεμίζει στον αέρα, ολόλευκη, με φόντο τον γαλανό ουρανό ζωγραφίζοντας μια ελληνική σημαία.

Ένας άνδρας γελά μέσα στο φούντωμα της μάχης, το γέλιο του συμπυκνώνει όλη την τόλμη και την ελευθερία.

Δίπλα, μια γυναίκα τον συναγωνίζεται σε αντρειοσύνη και τα μαλλιά λυτά ανεμίζουν…, δέος προκαλεί και τρόμο στους εχθρούς.

Πολεμιστές την ώρα της μάχης διαβαίνουν από τη ζωή στο θάνατο χωρίς να το αντιλαμβάνονται, και η μάχη συνεχίζεται με την άυλη πλέον υπόστασή τους.

Ακούς…! πολεμικές ιαχές, τρομάζουν τον Θάνατο τον ίδιο, διαπερούν το είναι σου, αφυπνίζουν κάθε κύτταρο της ύπαρξης σου. Ακούς…, τους χτύπους της καρδιάς των αγωνιστών ως μία καρδιά με καθαρό κρυστάλλινο ήχο, εναρμονισμένο με την μία ψυχή. Τραγούδια και μοιρολόγια ξυπνούν τους νεκρούς από τον αιώνιο ύπνο.

Και εκείνοι ακούουν…

Αισθάνεσαι την γη να τρέμει από τα πατήματα των ανδρειωμένων που περιφρονούν τους χτύπους μυριάδων κανονιών. Και κάθε κραδασμός πατήματος, σαν βροντή, κύματα ελληνικών στοιχείων διαχέει προς όλες τις κατευθύνσεις, ως μήνυμα ελευθερίας προς όλη την οικουμένη.

Αντικρίζεις τα βουρκωμένα μάτια φιλελλήνων που σπιθοβολούν στο άκουσμα του μηνύματος και με μιάς, Έλληνες βαπτίζονται.

Τρέξετε! Σιμώστε αδέλφια!

Εδώ η Ζωή και ο Θάνατος! Εδώ αναγεννάται η Λευτεριά, “απ’ τα κόκκαλα βγαλμένη των Ελλήνων τα ιερά²”…

Κι έρχονται κι άλλοι, πολλοί, αθάνατοι κι αυτοί στην Ιστορία!

Και ήχησε «ελευθερία ή θάνατος» σε όλες τις γλώσσες των ανθρώπων και των αγγέλων.

Τεριρέμ τερερέμ, έρου, έρου, ερουρέμ…

Και η προσοχή σου στρέφεται προς τον ουρανό!

Και εκεί βλέπεις… Μυριάδες άγγελοι φτερουγίζουν, υμνούν την ελευθερία των πολιορκημένων. Στο βλέμμα τους διακρίνεις ένα ψεγάδι «ζήλιας» για αυτούς, τους “ελεύθερους πολιορκημένους³”. Ήθελαν και αυτοί να ήταν ένας από εκείνους.

Ω…! τι άνθρωποι είναι τούτοι, που και οι άγγελοι ζηλεύουν!

Εμβαθύνοντας κι άλλο, το βλέμμα σου πιάνει μίαν άλλη μορφή μήτε ανθρώπινη, μήτε αγγελική… Μια κόρη λυγερή με μαλλιά λυτά, μάτια λαμπερά, σπινθηροβόλα. Το βλέμμα σου μαγεμένο, την ακολουθεί. Μα πώς κινείται ανάλαφρα, λες και δεν πατάει στο έδαφος! Περνά σαν πρωινή αύρα ανάμεσα από τους πολεμιστές, τους τραυματίες, τις γυναίκες, τις μανάδες, τα παιδιά. Τους ακουμπά, φιλά τα χέρια τους, τα μάτια, τους χαϊδεύει τα μαλλιά, τους ευλογεί, τους ευχαριστεί για την προσφορά τους…

Κάποια στιγμή γυρνά, σε βλέπει, και… σου χαμογελά!

Τότε ξυπνάς, από τ’ όνειρο; Βρίσκεσαι και πάλι στην γαληνή του κήπου. Έχεις μια λαχτάρα, όπως από όνειρο ζωντανό όταν ξυπνάς, που δεν ήθελες να τελειώσει. Όμως χαμογελάς, γιατί πλέον γνωρίζεις…
Ο κήπος των ηρώων βρίσκεται εντός σου, τον φέρεις… Ζωντάνεψε τον!

(¹Κωστής Παλαμάς)
(²Διονύσιος Σολωμός – “Ύμνος εις την Ελευθερία”)
(³Διονύσιος Σολωμός – “Ελεύθεροι Πολιορκημένοι”)


Επιστροφή στην αρχή

25η Μαρτίου

Λάβαρα υψώνονται!
Στήθη φουσκώνουν.
Η ελεύθερη καρδιά πάλλεται ξανά.
Ποτέ δεν σταμάτησε…
Μόνο που αυτή τη φορά,
ο παλμός της είναι δυνατός,
μετουσιώνεται σε ιαχή,

‘’ελευθερία ή θάνατος!!’’

Μεταφέρεται μακριά…
Το μήνυμα της επανάστασης ευαγγελίζει.
Ταξίδι επιστροφής ορίζει…
Για μια λησμονημένη Ιθάκη!
Για του Χριστού την Πίστη την Αγία
και της Πατρίδος την Ελευθερία!

«Χαῖρε, τοῦ πεσόντος , Ἀδὰμ ἡ ἀνάκλησις,
χαῖρε τῶν δακρύων τῆς Εὔας ἡ λύτρωσις¹».

Ξάφνου, μυστήριον Μέγα…
Αρχέγονη δύναμη ξυπνά,
αρχίζει να αναδύεται,
παίρνει μορφή.
Η μορφή της πυκνή,
όμορφη, νεανική.
Είναι η μορφή της Ελλάδας!

Ενδεδυμένη τη φορεσιά της Ελεύθερης Ψυχής!
Υψώνεται…
Εμφυσά την πνοή της.
Την ελεύθερη καρδιά των αγωνιστών ευλογεί!
Τον δρόμο, εντός της χαράσσει.
Ευγνωμονούσα, την προσφορά στα μάτια τους θωρεί…
Την Ανάσταση του Γένους κοινωνεί!

(¹”Ακάθιστος Ύμνος”)


Επιστροφή στην αρχή

28η Οκτωβρίου

Ακούς αγαπημένε αδελφέ;
Ω…! πώς ηχεί ο αέρας της ελευθερίας!
Άκου…!

Η αιώνια βροντή ηχεί, το χρόνο διαπερά και διαχέεται…
Η αθάνατη ελληνική ψυχή κραυγάζει
«Αέρα!!»

Οι θύμησες ζωντανεύουν, ξυπνούν.
Μέγας αγώνας θάρρους και ηρωισμού…
γυναίκες και άνδρες,
«Ελευθερία ή Θάνατο» αναζητούν.
Άκου…!

Φωνάζουν, «άμμές δε γ’ εσσόμεθα πολλώ κάρρονες»
Και θαυμάζουν οι 300 από τον Άδη…!
Ένα υπερκόσμιο γλέντι,
μιας μυσταγωγίας αχολόγημα…

Κόρες και υιοί δαφνοστεφανωμένοι
Χέρι-χέρι, σε κυκλικό χορό,
σε ένα τραγούδι μεθυστικό…
Άκου!

Κάθε πάτημα και δόνηση καρδιάς
Κάθε πάτημα κι αχός της ελεύθερης Ψυχής.
Κυματισμός, του άχρονου ταξιδευτής…
Κι αντιλαλεί η Πίνδος!
Της κίνησης μετέχει…
Δέντρα σαλεύουν, πέτρες αναπηδούν,
ρυάκια σιγοτραγουδούν.
Άκου!

Δέηση και προσευχή…
Η φύσις όλη ανυμνεί!
Θεία ευχαριστία κοινωνεί.
Κι η Ιστορία,  πυρωμένη πένα βαστεί,
ανεξίτηλα θε να γραφτεί

“απ’ τα κόκκαλα βγαλμένη
των Ελλήνων τα ιερά
και σαν πρώτα ανδρειωμένη
χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!¹”

(¹ Διονύσιος Σολωμός – “Ύμνος εις την Ελευθερία”)


Επιστροφή στην αρχή

Η Δημοκρατία και το είδωλό της

Το δημοψήφισμα ολοκληρώθηκε, το “όχι” επεκράτησε και η “Δημοκρατία” ενίκησε! Ή μήπως όχι; Μήπως στην πορεία της πλάνης μας απωλέσαμε την ουσία της Δημοκρατίας;

Σήμερα η καθημερινή συνήθεια της σύντομης ματιάς στους χώρους κοινωνικής δικτύωσης δεικνύει την θλιβερή διαπίστωση της παραμορφωμένης έννοιας της “Δημοκρατίας”. Παρακολουθώ πώς φίλοι διαγράφονται, πώς υβρίζονται με τον χειρότερο τρόπο, που η “Δημοκρατία” επιτρέπει, πώς, με όποιο τρόπο και εάν εκφράζεται μία άποψη, η αντίθετή της διατείνεται ως η σύγχρονη “ιερά εξέταση”…!

Και ο παραλογισμός συνεχίζεται, όταν φανατικά γίνεται ωμή επίθεση στην ελευθερία της έκφρασης. Όταν η αήθης επίθεση μετονομάζεται “αξιοπρέπεια” και “Δημοκρατία”. Και εμείς, οι πολίτες, οι μέτοχοι του κοινού της πόλης και υπερασπιστές της, κληθήκαμε να ψηφίσουμε μια παραμόρφωση, όταν πλανόμενοι δεν αντιληφθήκαμε τι είχαμε απωλέσει.

Και όμως, δυστυχώς μετά το δημοψήφισμα πωρωμένοι, τυφλοί, μωρότατοι αποκαλούμε ο ένας τον άλλον προδότη!
Πόσα ακόμη δεν διδαχθήκαμε από την υπερχιλιετή μας ιστορία;
Η έκφρασή μας σήμερα είναι πνευματοκτόνος. Περιορίζεται στην λεκτική βία και την διαδικτυακή αρά. Και αυτό το ονομάζουμε εξέλιξη, σήμερα στην εποχή της ταχύτητας! …και εξελισσόμαστε τόσο αργά;

Μήπως σήμερα χρησιμοποιούμε λανθασμένα την ταχύτητα και δεν προλαβαίνουμε να αναγνωρίσουμε τα λάθη μας, γιατί καταδικάζουμε εσπευσμένα τον αδελφό μας; Μήπως η παραμνησία εξυπηρετεί την ιδιοτέλειά μας, όταν το δικαίωμα του εκλέγειν μετάλλαζε σταδιακά την πολιτική; Και σήμερα δεν αντιλαμβανόμαστε το αποτέλεσμα της ψήφου μας, φορώντας την μάσκα του ενσυνείδητου πατριώτη, γιατί σφιχτά κλείνουμε την τσέπη μας όταν μπαίνει το χέρι του πολίτη;

Αναπολώ την πατρίδα μου, το έθνος των ευεργετών, και δεν αποδέχομαι την υποτέλεια του χρήματος. Αναπολώ τους καιρούς, που η Πατρίδα χρειαζόταν σχολεία και ο φτωχός τύλιγε τα χρήματά του πριν πεθάνει με ένα σημείωμα που έγραφε “για την ανέγερση του σχολείου”, ενώ τώρα θέλουμε να τα πάρουμε στον ενταφιασμό μας. Αναπολώ την συγκίνηση που είχα, όταν η πλειοψηφία των ευεργετών του έθνους κατάγονταν από το πιο ξεχασμένο, αλλά ιστορικά εύανδρο κομμάτι του ελληνισμού, π.χ. την μία και αδιαίρετη Ήπειρο.<

Γιατί σήμερα οι Έλληνες δεν παρουσιάζουν την συνέχεια της δράσης των αλλοτινών ευεργετών; Γιατί δεν ακολουθείται συνειδησιακά το παράδειγμά τους; Γιατί η καρδιά δεν μπορεί να προσφερθεί; Γιατί κατακυριευμένοι από τον φόβο φιλοκερδείς, κερδομανείς, τρέχουν σήμερα άπαντες να καλύψουν, να σώσουν τις περιουσίες τους σε βάρος της εθνικής οικονομίας; Γιατί…;

Η κρίση θα είναι αυστηρή, συγκεκριμένη και για πολλούς επώνυμη και αυτή θα καταγράψει στην ιστορία ό,τι σήμερα καλύπτεται με κάθε τρόπο. Αλήθεια, πού θα μας κατατάξει; Πώς θα μας ονομάσει;

Δεν θα ήθελα, ως νέος που είμαι να κατακριθώ δέσμιος του πανίσχυρου κατεστημένου. Δεν θα ήθελα να καταστώ στάσιμος στην ταχύτητα της εποχής μου, ούτε οπισθοδρομικός, κυριευμένος από τους δογματισμούς, που ως σκιές του σκοτεινού παρελθόντος των ημερών μου θα αποτελούν την ακολουθία μου.

Θέλω η συνέχεια της ζωής μας, από αυτό το σημείο και μετά, να είναι καινούργια, δημιουργική, πραγματικά ελεύθερη.

Οφείλουμε η ανάνηψη της συνείδησής μας να κατακρημνίσει όλες τις εκφάνσεις του υπάρχοντος κατεστημένου. Η ελευθερία είναι αυτή που θα συνοδεύει την ευθύνη μας, ώστε από εδώ και πέρα με τόλμη, πίστη και αισιοδοξία να πράξουμε το καινούργιο.

Οφείλουμε την αναγνώριση του αρνητικού εαυτού, όλων μας, που παρίσταται ως εμπόδιο σε κάθε νέα κίνησή μας. Οφείλουμε την ένωσή του με το θετικό τμήμα της ύπαρξής μας και ως ένα πλέον να πορευθούμε μπροστά!

Επιστροφή στην αρχή